Πέμπτη 17 Αύγουστος 2017

  

Η περιοχή  του Σχινιά παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία βλάστησης η οποία αντανακλά τις ποικίλες εδαφικές και υδατικές συνθήκες που επικρατούν. Παρουσιάζει όμως παράλληλα και έντονη εικόνα υποβάθμισης και υποχώρησης η οποία συνδέεται με την αλόγιστη ανθρώπινη δραστηριότητα. Διακρίνονται τέσσερις ενότητες βλάστησης, η βλάστηση αμμωδών παραλιών, η βλάστηση υγροτόπων, το δάσος κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis) και οι θαμνώνες.

Η βλάστηση αμμωδών παραλιών εκτείνεται μεταξύ της γυμνής παραλιακής ζώνης και των πρώτων δένδρων του δάσους  κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis), κατά μήκος της παραλίας σε μια πολύ λεπτή ζώνη που αναπτύσσεται μία βλάστηση από αμμόφιλα και αμμονιτρόφιλα είδη. Τα είδη αυτά έχουν αραιή διάσπαρτη παρουσία και μόνο το Elymus farctus (Agropyron junceum) σχηματίζει κάποιες συμπαγείς νησίδες μερικών τετραγωνικών μέτρων. Η βλάστηση είναι έντονα υποβαθμισμένη και διακόπτεται τόσο από γυμνές επιφάνειες χαλαρής άμμου που δημιουργήθηκαν από την έντονη ανθρώπινη παρουσία, όσο και από την παρουσία μεμονωμένων δένδρων, θάμνων και φρυγάνων, όπως P. halepensis, P. pinea, Juniperus Oxycedrous spp macrocarpa, J. Phoenicea, Pistacia lentiscus, Anthyllis hermaniae, Centaurea spinosa.

Τα κυριότερα είδη που απαντούν στη ζώνη αυτή είναι τα: Elymus farctus, Sporolobus pungens, Eryngium maritimum, Medicago marina, Pseudorlaya pumila, Medicago litoralis, Mathiola tricuspidata, Allium phalareum, Cakile maritime, Anthemis peregrine, Bromus rigidus, Erodium malacoides, Echium arenarium. Σπανιότερα απαντώνται τα Cyperus capitatus και Xanthium strumarium και ακόμη πιο σπάνια το Pancratium maritimum. 

Η βλάστηση υγροτόπων εκτείνεται βόρεια και βορειοανατολικά του πευκοδάσους. Η περιοχή αυτή κατακλύζεται το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου από νερά, ενώ κατά τη θερινή περίοδο αποξηραίνεται στο μεγαλύτερο μέρος. Ως προς την αλοφυτική βλάστηση οι φυτοκοινωνίες που εμφανίζονται κυρίως είναι το Salicornietum fruticosae και δευτερευόντως το Juncetum maritimi, το Junceum acuti και Salicornietum radicantis. H σύνθεση της βλάστησης αυτής ποικίλλει κατά θέσεις εμφανιζόμενη περισσότερο πλούσια στις ελαφρές ανυψώσεις που έχουν δημιουργηθεί, ενώ αρκετά συχνά στις χαμηλότερες θέσεις, ορισμένα είδη όπως η Salicornia fruticosa, το Juncus subulatus δημιουργούν αμιγείς φυτοκοινωνίες. Τα είδη που συνθέτουν την αλοφυτική βλάστηση είναι κυρίως τα Salicornia fruticosa, Juncus subulatus, Inula crithmoides, Halimione portucaloides, Francenia hirsute, Pholiurus philiformis, Pholiurus incurvatus, Plantago crassifolia, Pucinellia maritime, P. distans, Aeluropus litoralis, Triglochin bulbosum, Sacrocornia perennis, Limonium bellidifolium, Juncus maritimus, Juncus acutus. Τα είδη τέλος Tamarix hampana και T. parviflora είναι αρκετά διαδεδομένα και καταλαμβάνουν τα πρανή των ανυψώσεων. Στις επιφάνειες εκείνες που μετά τα αποστραγγιστικά έργα και τις πειχωματώσεις δεν κατακλύζονται από νερά, η αλοφυτική βλάστηση έχει αρχίσει να υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνουν ποώδη λιβαδικά φυτά αλλά και ξυλώδη είδη όπως Pistacia lentiscus, Juniperus phoenicea. Σπανιότερα και στις ανυψώσεις που βρίσκονται κοντά στο δάσος εγκαθίσταται η Pinus halepensis.

Το δάσος κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis) καταλαμβάνει μια ζώνη πλάτους 450 περίπου μέτρων και μήκους 3 χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής. Στη σύνθεση του ανωρόφου συμμετέχουν η P. halepensis και η P. pinea, των οποίων όμως η συμμετοχή δεν είναι ενιαία σε όλη την έκταση. Στο ανατολικό ήμισυ της ζώνης η χαλέπιος σχηματίζει αμιγές δάσος με αραιά διάσπαρτα άτομα κουκουναριάς κυρίως κατά μήκος της παραλίας. Από το μέσον περίπου της έκτασης εμφανίζεται η κουκουναριά, της οποίας η παρουσία αρχίζει να πυκνώνει ακανόνιστα προς τα δυτικά για να καταλήξει στο δυτικό άκρο σε αμιγές δάσος. Γενικά το δάσος στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ακόμη αρκετά πυκνό με συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,7. Εξαίρεση αποτελεί το δάσος της χαλεπίου και μια λεπτή ζώνη κατά μήκος της παραλίας των οποίων η συγκόμωση είναι μικρότερη του 0,4. Τα υπάρχοντα διάκενα είναι γενικά περιορισμένα σε έκταση και δε διακόπτουν τη συνέχεια του δάσους.

Το δάσος της κουκουναριάς συγκροτείται από άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών και συμμετέχουν μόνο στον ανώροφο. Μικρότερες κλάσεις ύψους και ηλικίας σπανίως συναντώνται, η δε αναγέννηση είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Η αιτία της έλλειψης αναγέννησης πέρα από την ανθρώπινη παρουσία είναι και η μέχρι πριν λίγα χρόνια βόσκηση, δεδομένου ότι τα νεαρά δενδρύλλια κουκουναριάς αποτελούν εύγεστη τροφή για τα ζώα. Στο δάσος της χαλεπίου οι συστάδες έχουν ακανόνιστη υποκηπευτοειδή μορφή ή και ομήλικη κατά μικρές περιοχές. Η αναγέννηση είναι και εδώ περιορισμένη σε μικρότερο βαθμό όμως από της κουκουναριάς και εντοπίζεται στα προστατευόμενα από τη θαμνώδη βλάστηση διάκενα. Γενικά η αναγέννηση και των δύο ειδών δεν είναι ικανοποιητική λόγω της ανθρώπινης παρουσίας και της βόσκησης που υπήρχε μέχρι πρότινος. Η χαλέπιος πεύκη παρατηρείται ότι εμφανίζει μία τάση επικράτησης  της στη περιοχή όπως φαίνεται και από την προοδευτική εγκατάσταση αυτής στα διάκενα που αφήνει η κουκουναριά.

Ο θαμνώδης υπόροφος του δάσους δεν εμφανίζεται συνεχής αλλά διατηρείται συνήθως εκεί που έχει διασπασθεί η κομοστέγη ή η στάθμη του υπογείου ύδατος είναι αρκετά υψηλή. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ η ανθρώπινη παρουσία μειώνεται από ανατολικά προς δυτικά και από την παραλία ρος το εσωτερικό του δάσους, πυκνότητα της βλάστησης ακολουθεί αντίστροφη πορεία. Στη σύνθεση του υπορόφου κυριαρχεί η Pistacia lentiscus και ακολουθούν τα είδη Juniperus phoenicea, Quercus coccifera, Myrtus communis στις υγρότερες θέσεις και Juniperus macrocarpa κυρίως στην παραλία, Prassium majus, Ruscus aculeatus, Smilax aspera και σποραδικά Rhamnus alaternus. Στον υπόροφο των θάμωνν εμφανίζεται συχνά και το είδος Rubia peregrine ενώ σε θέσεις όπου η κομοστέγη είναι περισσότερο διασπασμένη συναντώνται είδη των φρυγανικών διαπλάσεων όπως τα Anthyllis hermaniae, Cistus incanus, Cistus salviefolius, Coridothymus capitatus και Centaurea spinosa.

Η ποώδης βλάστηση αυξάνει με την απομάκρυνση από τη θάλασσα λόγω μείωσης της ανθρώπινης παρουσίας. Από τα συχνότερα απαντώμενα είδη στην ποώδη βλάστηση είναι τα Piptatherum miliaceum, Brachypodium retusum, Linum maritimum, Muscari commosum, Cynosurus echinatus, Silene colorata, Lagurus ovatus, Seriole aethensis, Briza media, Euphorbia peploides, Bromus rubens, Saligeria cretica, Vicia dasycarpa, Phagnalon graecum, Crucianella latifolia, Vulpia myuros, Brassica turnefortii, Knautia integrifolia, Hordeum murinum, Plantago lagopus, Erodium malacoides, Erodium cicutarium.

Από φυτοκοινωνιολογική άποψη το δάσος της P.pineaP. halepensis ανήκει στην ένωση Oleo-ceratonion και στη φυτοκοινωνία Oleo-lentiscetum.

H βλάστηση των θαμνώνων απαντάται στην περιοχή που αποτελεί τη συνέχεια του έλους που κλείνει ανατολικά το δάσος του Σχινιά και εκτείνεται ο λοφώδης σχηματισμός του Μύτικα – Κυνοσούρας, ο οποίος καλύπτεται από αραιά θαμνώδη βλάστηση. Τα είδη που κυριαρχούν είναι τα Juniperus phoenicea και Olea oleaster και συμμετέχουν η Pistacia lentiscus, Ephedra campylopoda, Lonicera etrusca, Prassium majus και σπανιότερα τα Quercus coccifera, Prunus webbii και Pistacia terebinthus. Στον όροφο των θάμνων εμφανίζονται επίσης τα Clematis cirrhosa, Tamus communis και Bryonia alba. Μεταξύ των θάμνων αλλά και στις επιφάνειες που έχει υποχωρήσει η θαμνώδης βλάστηση έχουν εγκατασταθεί στοιχεία των φρυγανικών διαπλάσεων με υψηλά και χαμηλά φρύγανα όπως Phlomis fruticosa, Euphorbia acanthothamnos, Euphorbia dendroides, Coridothymus capitatus, Ballota acetabulosa, Saxcropoterium spinosum, Micromeria Juliana, Micromeria graeca, Fumana Arabica, Fumana thymifolia, Phagnalon graecum.

Στην ποώδη βλάστηση παρατηρείται μια μεγάλη ποικιλία ειδών και πολύ σωστά λέγεται ότι η Κυνόσουρα αποτελεί ένα θαυμάσιο βοτανικό κήπο. Τα πιο συχνά απαντώμενα είδη είναι Lagurus ovatus, Trifolium angustifolium, Lagoecia cuminoides, Aegilops geniculate, Urospermum picroides, Psoralea bituminosa, Nigela arvensis, Briza media, Knautia integrifolia, Tragopogon purifolius, Crupina crupinastrum, Tordylium apulum, Cyclamen neapolitanum, Fritilaria oblique, Buphleurum flavum, Avena barbata, Dactylis glomerata, Aegilops macrochaeta, Medicago disciformis, Brachypodium retusum, Brachypodium distachyon, Medicago coronata, Trifolium stellatum, Trifolium campestre.

Από φυτοκοινωνιολογική άποψη η βλάστηση του Μύτικα – Κυνοσούρας υπάγεται στο Oleoceratonion και μάλιστα στο Oleo-lentiscetum με στοιχεία της Cistomicromerietea και Thero-brachypodietea. 

Ημερολόγιο Δράσεων

August 2017
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31